ἐκφέρω


ἐκφέρω
ἐκ|φέρω 1. выносить (в частн., покойника); 2. уносить, увлекать; 3. выносить на публику, объявлять

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "ἐκφέρω" в других словарях:

  • ἐκφέρω — carry out of pres subj act 1st sg ἐκφέρω carry out of pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εκφέρω — εκφέρω, εξέφερα βλ. πίν. 217 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • εκφέρω — (AM ἐκφέρω) 1. φέρνω έξω, εξάγω, βγάζω έξω, απομακρύνω 2. (για φωνή, γνώμη, κρίση κ.λπ.) ξεστομίζω, διατυπώνω 3. κηδεύω («εκφέρω νεκρό») νεοελλ. γραμμ. παθ. εκφέρομαι συντάσσομαι («η πρόθεση ἐν εκφέρεται με δοτική») μσν. 1. απαγγέλλω, εκδίδω… …   Dictionary of Greek

  • εκφέρω — έκφερα, μτβ. 1. εκδηλώνω προφορικά, εκφράζω, διατυπώνω: Εκφέρω γνώμη. 2. (γραμμ.), το μέσ., εκφέρομαι συντάσσομαι: Κανονικά οι προθέσεις εκφέρονται με αιτιατική …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐκφέρεσθε — ἐκφέρω carry out of pres imperat mp 2nd pl ἐκφέρω carry out of pres ind mp 2nd pl ἐκφέρω carry out of imperf ind mp 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκφέρετε — ἐκφέρω carry out of pres imperat act 2nd pl ἐκφέρω carry out of pres ind act 2nd pl ἐκφέρω carry out of imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκφέρῃ — ἐκφέρω carry out of pres subj mp 2nd sg ἐκφέρω carry out of pres ind mp 2nd sg ἐκφέρω carry out of pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐξενηνεγμένα — ἐκφέρω carry out of perf part mp neut nom/voc/acc pl ἐξενηνεγμένᾱ , ἐκφέρω carry out of perf part mp fem nom/voc/acc dual ἐξενηνεγμένᾱ , ἐκφέρω carry out of perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐξενηνειγμένα — ἐκφέρω carry out of perf part mp neut nom/voc/acc pl (ionic) ἐξενηνειγμένᾱ , ἐκφέρω carry out of perf part mp fem nom/voc/acc dual (ionic) ἐξενηνειγμένᾱ , ἐκφέρω carry out of perf part mp fem nom/voc sg (doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκφερομένων — ἐκφέρω carry out of pres part mp fem gen pl ἐκφέρω carry out of pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκφερόμεθα — ἐκφέρω carry out of pres ind mp 1st pl ἐκφέρω carry out of imperf ind mp 1st pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)